Υπογεννητικότητα, Υπογονιμότητα και Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Filed in BLOG by on 1 Φεβρουαρίου 2013 0 Comments

Στις 25 Ιουλίου συμπληρώνονται 25 χρόνια από τη γέννηση της Louise Brown, του πρώτου παιδιού στον κόσμο που γεννήθηκε μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση.

 

Υπογεννητικότητα, Υπογονιμότητα 

και Εξωσωματική Γονιμοποίηση
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Δρ. Ελένη Κοντογιάννη
Εμβρυολόγος – Γενετιστής

Στις 25 Ιουλίου συμπληρώνονται 25 χρόνια από τη γέννηση της Louise Brown, του πρώτου παιδιού στον κόσμο που γεννήθηκε μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση.

Από τότε οι μέθοδοι εξωσωματικής γονιμοποίησης έχουν εξελιχθεί για τη θεραπεία πολλών προβλημάτων γονιμότητας (τα συχνότερα είναι ο σαλπιγγικός παράγων και η ενδομητρίωση στις γυναίκες και ο χαμηλός αριθμός και η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων στους άντρες). Παράλληλα έχουν εξελιχθεί οι μέθοδοι για διάγνωση γενετικών ασθενειών στο έμβρυο πριν την εμφύτευσή του στη μήτρα, ώστε να προληφθεί η γέννηση παιδιών με γενετικές ανωμαλίες. Η κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη της εξωσωματικής γονιμοποίησης είναι το συνεχώς αυξανόμενο πρόβλημα στειρότητας στο δυτικό κόσμο.

Σύμφωνα με διεθνή στατιστικά στοιχεία τα οποία ισχύουν και για την Ελλάδα, στην εποχή μας, το 15-20% των νέων ζευγαριών αντιμετωπίζει προβλήματα υπογονιμότητας. Τελευταία, ένας παράγοντας έχει γίνει εξαιρετικά σημαντικός για την υπογονιμότητα στον άνθρωπο.

Είναι η πτώση των χαρακτηριστικών του σπέρματος, που φαίνεται ότι είναι ένα γεγονός με παγκόσμιες διαστάσεις. Στατιστικές μελέτες που έγιναν σε πολλές χώρες (Αγγλία, Σκωτία, Γαλλία, Δανία, Ελλάδα κ.α.), έδειξαν ότι και ο όγκος του σπέρματος και ο αριθμός και η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, είναι σε πτώση τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλιστα στη Γαλλία ανακοινώθηκε ότι ο ρυθμός πτώσεως του αριθμού των σπερματοζωαρίων είναι περίπου 2% ετησίως.
Ανάλογα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν πρόσφατα και για τον ελληνικό πληθυσμό. Η αύξηση της υπογονιμότητας είναι μία πραγματικότητα παγκοσμίως. Η αδυναμία ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδιά δημιουργεί μεγάλη ψυχολογική επιβάρυνση και έχει γενικότερες κοινωνικές προεκτάσεις.

Η υπογονιμότητα, εκτος από ιατρικο προβλημα, είναι συνδεδεμένη και με τη δημογραφική κρίση και τη γήρανση του πληθυσμού. Μια και το προσδόκιμο επιβίωσης αυξάνεται, είναι προφανές ότι ο Ελληνικός πληθυσμός γηράσκει και συνεπώς μειώνεται ο αριθμός των ζευγαριών της αναπαραγωγικής ηλικίας και συνεπως και των γεννήσεων. Είναι γεγονός ότι η αναλογία των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών σχεδόν τριπλασιάσθηκε από το 1941 ως το 1986.

Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει σημαντικά τα επόμενα χρόνια καθόσον η στρέβλωση της ηλικιακής πυραμίδας οδηγεί σε μείωση του πληθυσμού της αναπαραγωγικής ηλικίας και αυτό θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη.

Το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων εξαρτάται από τον τρόπο ζωής και από κοινωνικά και οικονομικά αίτια. Η μέση ηλικία γαμου έχει αυξηθεί, ενώ παρατηρείται και μετάθεση του χρόνου για την απόφαση της απόκτησης του πρώτου παιδιού.
Επακόλουθα, η αναπαραγωγική ικανότητα των ζευγαριών μειώνεται, γεγονός που με τη σειρά του ανατροφοδοτεί μέσα σε ένα φαύλο κύκλο την υπογεννητικότητα.

Το γεγονός αυτό, συνδυαζόμενο με το μικρότερο αριθμό παιδιών ανά ζευγάρι συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία, εντείνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της υπογεννητικότητας.

Το ιατρικό και κοινωνικό πρόβλημα της υπογονιμότητας λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν αναφερόμαστε σε μία χώρα με έντονο δημογραφικό πρόβλημα όπως η Ελλάδα.
Ένα σημαντικό μέτρο για την αντιμετώπιση της υπογονιμότητας και συνεπως για τον έλεγχο του δημογραφικού ζητήματος είναι η ιατρική και κοινωνικοοικονομική στήριξη των υπογόνιμων ζευγαριών, ούτως ώστε να δικαιούνται και να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στις ιατρικες υπηρεσιες και στην ασφαλιστικη καλυψη για την επιλυση του προβληματος.

Η επιτυχία της αντιμετώπισης της υπογονιμότητας είναι υψηλή (25-30% ανά προσπάθεια) και εξαρτάται από τα αίτια της στειρότητας, την ηλικία του ζευγαριού, το είδος της φαρμακευτικής αγωγής.
Αν υπολογίσουμε ότι η μέση πιθανότητα σύλληψης εντός νεαρού και γόνιμου ζευγαριού είναι λιγότερο από 20% για κάθε προσπάθεια στις γόνιμες ημέρες, τότε φαίνεται ότι η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι μία αποτελεσματική επιλογή.

Παρ” όλα αυτά, η κάθε προσπάθεια έχει υψηλό κόστος, που σε συνδυασμό με το κόστος των φαρμάκων κάνουν την προσπάθεια δύσκολη και απρόσιτη για πολλά ζευγάρια. Δυστυχώς οι παρούσες ασφαλιστικες ρυθμισεις για την υπογονιμότητα θα μπορούσαν να χαρακτηριστουν ανεπαρκεις, και το κυριότερο ασφαλιστικό ταμείο, το ΙΚΑ, προσφέρει υποτυπώδη αποζημίωση της τάξεως των 360,00 Ευρώ, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 20% του συνολικού κόστους ενός κύκλου εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Προσφάτως αλλοι σημαντικοι ασφαλιστικοι φορεις, όπως το ΤΕΒΕ, πέραν της καταβολής του εφάπαξ επιδόματος των 360,00 ευρω. ανά προσπάθεια, ενεκριναν την κάλυψη του 75% του κόστους των φαρμάκων που απαιτούνται . Σε χώρες όπου υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη του συνολικού κόστους κάθε προσπάθειας εξωσωματικής γονιμοποίησης, περίπου το 2% των παιδιών, γεννιούνται μετά από εφαρμογή τεχνικών υποβοήθησης της αναπαραγωγής.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ελλάδα αποτελεί μοναδική εξαίρεση, ως προς την κρατική οικονομική υποστήριξη των υπογόνιμων ζευγαριών. Στις υπόλοιπες χώρες οι αντίστοιχοι ασφαλιστικοί φορείς καλύπτουν το 70-100% του συνολικού κόστους (ιατρικές πράξεις, φάρμακα) κάθε προσπάθειας εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ακομα και σε χωρες όπως η Τουρκία, όπου δεν υπάρχει υπογεννητικότητα, παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη της εξωσωματικής γονιμοποίησης μέχρι και 80 έως 100% του κόστους. Είναι πιθανόν στην Ελλαδα να υπαρχει έλλειψη ευαισθητοποίησης στο μεγαλο αυτό πρόβλημα.

Παρουσιαζει ενδιαφερον το γεγονος ότι η πολιτεία προσφέρει οικονομική υποστήριξη σε ζευγάρια για την απόκτηση του τρίτου ή τέταρτου παιδιου, ενώ κάτι ανάλογο δεν γίνεται σε υπογόνιμα ζευγάρια για να αποκτήσουν το πρώτο παιδί τους και έτσι να ικανοποιήσουν ένα από τα βασικά δικαιώματα που είναι η τεκνοποίηση. Βεβαια, η υπαρχουσα πολιτική της ενίσχυσης των πολυτέκνων ελαχιστα έχει αποδώσει, μια και υπαρχει κάθετη πτώση του αριθμού των πολυτέκνων νοικοκυριών.

Μήπως θα πρέπει να διατυπωθεί μία νέα πολιτική που θα υποστηρίζει και τα ζευγάρια που επιθυμούν την απόκτηση του 1ου παιδιού αλλά δεν μπορούν χωρις τη βοήθεια της σύγχρονη τεχνολογίας;
Οι συνέπειες που προκύπτουν από την υπογεννητικότητα είναι γνωστες. Η γήρανση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού εχει σαν συνέπεια την αποδυνάμωση του με σοβαρες συνέπειες στη παραγωγή και στη δημιουργία του εθνικού προϊόντος που θα είναι ιδιαιτερα εμφανεις τα επόμενα χρόνια και θα σημαινουν και αύξηση των δαπανών για υγεία και συντάξεις.
Στη πορεία αυτή θα απαιτειται από μία συρρικνούμενη ομάδα του πληθυσμού να υποστηριζει όλο και περισσότερο τις αναγκες του αυξανόμενου αριθμού των ηλικιωμένων.

Για τον έλεγχο του δημογραφικού ζητήματος είναι πολύ σημαντικη η στήριξη των υπογόνιμων ζευγαριών ώστε να δικαιούνται και να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στις σύγχρονες μεθόδους της ιατρικώς υποβοηθούμενης τεκνοποίησης.

Είναι ανάγκη να δούμε όλοι, και ειδικά η πολιτεία, με ενδιαφέρον το πρόβλημα της μερίδας αυτής του πληθυσμού και να διατεθούν οι απαραίτητοι πόροι για την επίλυσή του. Πόροι που θα είναι επένδυση για το μέλλον της οικονομίας, της κοινωνικής και πολιτισμικής ύπαρξής μας.

About the Author ()

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *